(Ιστορικό υλικό από την εκδήλωση της ΠΕΚΑΜ για τις ΣΦΑ στο Μουσείο Μακρονήσου Ιούνιος 2010)

  • Α΄ περίοδος  στην οδό Βουλιαγμένης στα Παραπήγματα (1945-1946).
  • Β΄ περίοδος στη Μακρόνησο (1947-1948).
  • Γ΄ περίοδος στη Μακρόνησο, είναι η ΣΦΑ των πολιτικών κρατουμένων (1948-1951).

 

Η ΣΦΑ Βουλιαγμένης (Α΄ περίοδος)

Η ΣΦΑ αρχικά ήταν μια φυλακή στρατιωτική ποινική, με όλα τα χαρακτηριστικά τέτοιου είδους φυλακής.

Καθώς έφταναν, όμως οι αντιστασιακοί κρατούμενοι στρατιώτες, όλοι με δραστήρια συμμετοχή στον ΕΛΑΣ, τακτικό και εφεδρικό, στις ΕΑΜικές αντιστασιακές οργανώσεις (ΕΠΟΝ, ΕΑΜ, Σπουδάζουσα, Εθνική Αλληλεγγύη κλπ) και καθώς έρχονταν επίσης οι στρατιώτες κομμουνιστές, υπόδικοι και κατάδικοι, από τα επιμέρους βασανιστήρια (Χαϊδάρι, ΕΣΑ κλπ) η εικόνα διαρdκώς άλλαζε. Οι κομμουνιστές οργανωμένοι έπαιρναν στα χέρια τους τις τύχες των κρατουμένων. Όλες τις παρεχόμενες υπηρεσίες τις χαρακτήριζε ανιδιοτέλεια, επρόκειτο για πολιτικές προσφορές στον αγώνα. Οι θαλαμάρχες, οι μάγειροι, οι καθαριστές ήταν πολιτικοί κρατούμενοι. Έλειψε το πορνό, το οινόπνευμα, το καφενείο και προπαντός το χασίσι. Δημιουργήθηκε πολιτισμός, διαλέξεις, σχολεία, αθλητισμός, θέατρο δύο πολιτισμοί, δύο νοοτροπίες, δύο ιδεολογίες, συγκρούονται σκληρά – η κατεστημένη αστική των νταήδων και της διαφθοράς και η αγωνιστική προλεταριακή κομμουνιστική του πολιτισμού και της ψυχικής ανάτασης. Μερικοί ποινικοί ήρθαν μαζί μας. Από τους 4 θαλάμους οι πολιτικοί πήραν τους 3.

 

Η ΣΦΑ Μακρονήσου (Β΄ περίοδος)

Στις 29 του Γενάρη του 1948 μεταφερθήκαμε μαζί με τον στρατηγό Μάντακα στο Μακρονήσι, αφού ταλαιπωρηθήκαμε 17 μέρες στο τμήμα Μεταγωγών…από την Αθήνα  στο Λαύριο μεταφερθήκαμε με κλούγα και αλυσοδεμένοι  χέρι χέρι με τον Μάντακα.  Ο Μανώλης σε όλη τη διαδρομή ήταν αμίλητος και σε μια στιγμή μου λέει:

«πρώτη φορά φοράω χειροπέδες και  δε θα το ξεχάσω ποτέ».

Στη Μακρόνησο ( στη ΣΦΑ ) φτάσαμε ένα μουντό απόγευμα. Μετά από δύο μέρες μεταφέρθηκε  από τη Σέριφο κι ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης και την επομένη του ερχομού του εγκατασταθήκαμε σε μια σκηνή που στήθηκε από τους κρατουμένους στρατιώτες των φυλακών μέσα στο συρματόφραχτο χώρο του στρατοπέδου. Περιμέναμε και τους Χατζημιχάλη Λούλη και Χατζήμπεη. Έτσι εμείς οι έξη «ιδρύσαμε»   το Στρατόπεδο Πειθαρχημένης διαβιώσεως που πέρασε τόσο τραγικές στιγμές και που θα μείνει για πάντα ένα ανεξίτηλο στίγμα στην ιστορία της Ελλάδας…μίλησα στην πρώτη μας συγκέντρωση. Ο μοναρχοφασισμός και οι αγγλοαμερικάνοι διάλεξαν το μέρος αυτό της εξορίας για να πετύχουν τη σίγουρη φυσική και ηθική μας εξόντωση…ο δρόμος μας θα είναι μακρύς και κουραστικός…θα περάσουμε σκληρές δοκιμασίες…ένας πρέπει να είναι ο αντικειμενικός μας σκοπός. Να βγούμε από δω όχι μονάχα ζωντανοί, αλλά και περισσότερο δυνατοί απ’ ότι μπήκαμε σωματικά, ψυχικά και ιδεολογικά.

(από το βιβλίο του Κ. Γαβριηλίδη «ΣΕ ΩΡΕΣ ΕΥΘΥΝΗΣ-ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ»)

 

Οι στρατιωτικοί δεσμοφύλακες έλπιζαν βέβαια ότι όλα αυτά θα αλλάξουν με τη μεταφορά της φυλακής στον απομονωμένο ξερόβραχο του μαρτυρίου, τη Μακρόνησο. Η όλη, όμως τρομοκρατική σκηνοθεσία του άγριου ξυλοκοπήματος κατά την άφιξή μας στο νησί από τους τραμπούκους του Γ΄ τάγματος, δεν τους ωφέλησε. Η διοίκηση τηρούσε την τακτική του μαστίγιου και του καρότου. Η τακτική του μαστίγιου (βία και τρομοκρατία) ασκούνταν ανεπίσημα από τους τραμπούκους ποινικούς (ελάχιστα άτομα) από τους παρακρατικούς και τους ΜΑΥδες, όχι από την κανονική φρουρά.

(μαρτυρία Τάσου Δανιήλ, από το βιβλίο ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ–ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΤΟΠΟΣ)

 

Γ΄περίοδος (1948-1951)

Το υπαίθριο στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων στης ΣΦΑ, που ήταν μόνο ένα τμήμα του γενικού καταυλισμού της Μακρονήσου, άρχισε συστηματικά να λειτουργεί τους πρώτους μήνες του 1948 ύστερα από κοινή απόφαση τριών υπουργείων (Στρατιωτικών, Εσωτερικών και Δικαιοσύνης) λίγο μετά τα αιματηρά γεγονότα, που έγιναν στο Α΄ Τάγμα Σκαπανέων το Φλεβάρη-1η Μάρτη του 1948.

(μαρτυρία Δ. Τσιμπουκίδη).

 

Στο τέλος Σεπτεμβρίου του 1948 με πήγαν στη ΣΦΑ κατηγορούμενο για ανθρωποκτονία. Διοικητής ήταν ο Θωμάς Σούλης ο οποίος με παρέδωσε στον αρχιβασανιστή Κοθρά, ο οποίος με έβαλε στην απομόνωση και με κρατούσε όρθιο συνεχώς. Με χτυπούσαν με ξύλα και με σιδερόβεργες συνέχεια, με έριχναν στη θάλασσα και όταν έχανε τις αισθήσεις μου, μου έριχναν νερό στις πλάτες. Συνέχεια και γύρω στο συρματόπλεγμα και σε απόσταση ο ένας από τον άλλον 50 η 80 μέτρα ήταν και άλλοι αγωνιστές, όπως ο Κ. Γέμελος και Τσιρογιάννης, Αδάμης Αδαμόπουλος, Μάνογλου, Τατάκης και πολλοί άλλοι αγωνιστές…

Απέναντι από το ΄συρμα, ήταν το σύρμα που είχαν κρατουμένους τους καθαιρεθέντες μόνιμους αξιωματικούς, οι οποίοι είχαν ενταχθεί στον ΕΛΑΣ και πολέμησαν τους κατακτητές. ΄Ηταν οι στρατηγοί Σαράφης, Μάντακας, Αυγερόπουλος και Μουστεράκης

(μαρτυρία Παντελή Λιότσου).

 

Ένας από τους τόπους  μαρτυρίου ήταν και η ΣΦΑ, υπαίθριο στρατόπεδο. Βρισκόταν στο νοτιότερο άκρο την Μακρονήσου, στη βάση μιας αμφιθεατρικής πλαγιάς, κοντά στο εκεί λιμανάκι. Είχε εγκατασταθεί σ’ αυτό το μέρος από τις 7 Αυγούστου 1947

(μαρτυρία Γιάννη Παλαβού).

 

Κατά περιόδους κάνανε διοικητές οι εξής :

  • Ο Θεοδοσιάδης, αντισυνταγματάρχης το 1947.
  • Ο Βασιλόπουλος Αντώνης, λοχαγός  (από Νοέμβριο 1947 μέχρι Γενάρη 1948 )
  • Ο Σούλης Θωμάς αντισυνταγματάρχης ιππικού μέχρι το Ιούλιο 1949.
  • Ο Λιούμης Ευάγγελος, ταγματάρχης, μέχρι το Νοέμβριο του 1949.
  • Ο Μηλιάδης Ελευθέριος έφεδρος  λοχαγός. Έδειξε  υπερβολικό ζήλο στο απάνθρωπο έργο του.

Ο Βασιλόπουλος υπήρξε αιμοσταγής, μέθυσος και καταχραστής. Ο Σούλης δήμιος έκφυλος, διεστραμμένος, καταχραστής και πλαστογράφος. Ο Μηλιάδης μισάνθρωπος, κοινωνικά απόβλητος.

Αυτά τα ανθρωπόμορφα τέρατα, οι ανήθικοι και θρασύδειλοι χρησιμοποιήθηκαν ως αναμορφωτές των λαϊκών αγωνιστών και πραγματικών πατριωτών, που έδωσαν τα πάντα για τα πιο υψηλά ιδανικά που ενσαρκώνουν ότι καλό και ωραίο. Έρχονται η ατιμία, η διαφθορά και η εθνική κατάπτωση να κρίνουν τον πατριωτισμό, την αξιοπρέπεια, τον ανθρωπισμό.

Η ΣΦΑ  υπήρξε κι αυτή ένας εφιαλτικός τόπος στη Μακρόνησο.

Ραβδισμοί με ρόπαλα. Στειλιάρια, μπαμπού και συρματένιους βούρδουλες, φάλαγγες, ορθοστασία  φορτωμένος τα πράγματα, κάψιμο του σώματος με αναμμένο τσιγάρο, το μαρτύριο της δίψας και της πείνας. Πογκρόμ, γκρέμισμα από τους βράχους στη θάλασσα, ξεγύμνωμα και βάπτισμα στη θάλασσα και γυμνοί στο τσουχτερό κρύο, ακίνητοι στην παγωνιά και στον ήλιο και ότι άλλο συνελάμβανε ο διεστραμμένος νους των βασανιστών και των υψηλά ιστάμενων.

Ο μαρτυρικός απολογισμός, κάθε φορά ήταν οι αιμοπτύσεις, τα σπασμένα πλευρά και χέρια.

Στις 18 Αυγούστου 194, 32 ανήλικοι κρατούμενοι κάτω από το αφόρητο καθεστώς βίας αποπειράθηκαν να αυτοκτονήσουν, καταπίνοντας ουρές κουταλιών και άλλα μικροαντικείμενα…

 

Τέλη Δεκέμβρη του 1949.

O χειμώνας ήταν σκληρός, έπεσε και χιόνι στο νησί, μας βάζουν την ημέρα να καθόμαστε κατάχαμα. Απαγορεύεται  να βάλεις ένα κουρελάκι για να καθίσεις, ή μια πέτρα, για να μην είσαι καθισμένος μέσα στις λάσπες και το νερό. Απαγορεύεται κάθε κίνηση,  απαγορεύεται να στρέψεις δεξιά η αριστερά. Εκεί υποχρεωμένος να βλέπεις προς μια κατεύθυνση, χωρίς να στρίβεις το κεφάλι. Και η παραμικρή κίνηση κολάζεται με ξυλοδαρμό. Το σώμα του πιάνεται από την υγρασία και γίνεται ένα με τις λάσπες και τη γη. Φαγητό μας δίνουν κάθε δεύτερη ή και κάθε τρίτη μέρα. Το φαγητό είναι δυο μπουκιές ψωμί και λίγα χόρτα, χωρίς λάδι.

Ο χώρος της απομόνωσης περιφραγμένος με αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Αντίσκηνα ατομικά σε μια απόσταση το ένα με το άλλο. Όταν έβρεχε, το νερό έμπαινε μέσα. Τα αντίσκηνα περιφραγμένα και αυτά με αγκαθωτό συρματόπλεγμα ….

Μόλις νυχτώσει, μας βάζουν μέσα στα αντίσκηνα…όταν μας κλείνουν στ’ αντίσκηνα, μας χύνουν στην πλάτη πάνω από το σβέρκο νερό…

Κάθε βράδυ, κατεβάζουν κανα δυό στο φυλάκιο. Δε μας παίρνουν μαζί.

Παίρνουν πρώτα τον ένα κι ύστερα τον άλλον, αφού τελειώσουν με τον πρώτο. Οι βασανιστές εναλλάσσονται στο « έργο» τους, για να μην κουράζονται. Την πρώτη θέση κατέχουν οι φάλαγγες, τα χτυπήματα στα άκρα, παντού. Αλλά και τα αδέσποτα χτυπήματα, κλοτσιές, κοντακιές, γροθιές, δε λείπουν. Στήνουν χορό γύρω σου και ουρλιάζουν. «απόψε θα την κάνεις, θα την κάνεις (τη δήλωση δηλαδή). Ήρωας δε θα βγεις από το Μακρονήσι.»

Ο Παντελής Κιουρτσής βγάζει αίμα από το στόμα. Ο Ηρακλής ο Μποζαντζίδης δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του. Ο Τηλέμαχος Μεταξωτός έχει γίνει ένα κουβάρι από τις φάλαγγες, δεν ορίζει τίποτε, ούτε μέση ούτε χέρια. Τα χέρια και τα πόδια του Μήτσου Τατάκη είναι πρησμένα και κατάμαυρα. Τα δάκτυλα του ενός χεριού πυορροούν…

Στις 19 Δεκέμβρη του 1949 έρχονται πρωί-πρωί στην απομόνωση και μας φωνάζουν να βγούμε έξω από το σύρμα. Μας βάζουν στη γραμμή. Μαζί μας και ο σ. Μπάμπης Χατζηγεωργιάδης, με κομμένα και τα 2 πόδια. Κινιέται με τις πατερίτσες, πολύ δύσκολα. Ανηφορίζουμε προς την κορυφή του υψώματος, που είναι πάνω από την απομόνωση. Στο δρόμο πέφτει ματσούκι. Φορτωθήκαμε με τον Πολύβιο τον Μπάμπη, για να ανέβουμε την πλαγιά. Μας σταμάτησαν, αφού περάσαμε την κορυφή του υψώματος. Παίρνουν τον Τηλέμαχο, τον φέρνουν λίγα μέτρα μπροστά, για να βλέπουμε όλοι κι αρχίζουν το βασανισμό, για να τον σπάσουν, για να μας  σπάσουν κι εμάς. Έτσι υπολογίζουν. Οι γραμμές μας, όμως είναι αρραγείς και πιο σφιχτοδεμένες…λυσσομανάνε. «σήμερα θα πεθάνετε.»…αφήνουν τον Μεταξωτό κατάκοιτο κι αρπάζουν εμένα… για μια στιγμή σταματάνε το έργο τους …οργάνωναν πογκρόμ.  Κατά το απογευματάκι βλέπουμε στο χώρο των διαλέξεων να μαζεύονται οι κρατούμενοι του δεξιού κλωβού  μας πήγαν και μας σ’ αυτή τη σύναξη. Είχαν μαζέψει τους Αλφαμίτες και όλους τους τραμπούκους της ΣΦΑ. Τραγούδαγαν το έξω Βουλγαριά και το Σόφια – Μόσχα είναι το όνειρό μας.

Ο επικεφαλής αξιωματικός άρχισε τη διάλεξη…στο τέλος της ομιλίας, όμως σηκώνει το ποτήρι το νερό από το τραπέζι του, σαν είδος χαιρετισμού προς τους τραμπούκους που  ωρύονταν. Αυτό ήταν το σύνθημα. Πέφτουν επάνω μας με ρόπαλα και ο καθένας αξιοποιούσε την πείρα των βασανιστηρίων της Μακρονήσου.  Ο Τατάκης βασανίζεται στο δρομάκι, μπροστά στα μαγειρεία. Ακούγεται πνιγμένος ο  πόνος. Δεν ήθελε ο Μήτσος να βγάλει ούτε αχ, για να μη δώσει ικανοποίηση στους σαδιστές δήμιους. Ο Κιουρτσής, ο Μποζαντζίδης, ο Πολύβιος βασανίζονται και εγκαταλείπονται αιμόφυρτοι στο δρόμο. Προς την απομόνωση. Ορισμένοι πετάγονται από το βράχο στη θάλασσα.

(μαρτυρία Γιάννη Παλαβού).

 

Ο Μήτσος ΤατάκηςΟ Αθανασάκος, Κρίκος και Μαστοράκης μπαίνουν στη Θάλασσα όπου λιθοβολούνται και αναγκάζονται να βγουν στην ξηρά. Ο Παλαβός, ο Μαρίνος και ο Μιχάλης τρέχουν προς τις σκηνές της απομόνωσης αλλά όμως τους καταφθάνουν οι μαινόμενοι ταύροι του αναμορφωτηρίου και τους γκρεμίζουν από ύψος 7 περίπου μέτρων στη θάλασσα. Ο Τατάκης κείται αιμόφυρτος και αναίσθητος προ του χώρου των μαγειρείων (στον Τατάκη ξέσπασε η λύσσα των περισσοτέρων τραμπούκων, που χούγιαζαν «θάνατος στον Καπετάνιο» και τον χτυπούσαν ανελέητα) όπου εξακολουθούν να τον λιανίζουν - εν  αφασία ευρισκόμενος - οι αλήτες…

(μαρτυρία Π. Καλυδώνη, από το βιβλίο «Η κόλαση της Μακρονήσου»)

 

Φτάσαμε στις 9 Γενάρη του 1950. μαθαίνουμε το πρωί πως ετοιμάζουν μεταγωγή σε μένα και τον Πολύβιο για έκτακτο στρατοδικείο…Ο Μήτσος (Τατάκης) με ειδοποιεί ότι έχει αφήσει κάτω από μια πέτρα, ένα σημείωμα. Να το πάρω και να το δώσω στην αδελφή του, που έμενε στον Πειραιά, και να της πω πως ο Μήτσος είναι καλά.

Παραμονή της αναχώρησή μας, 9-1-1950. Nύχτωσε για τα καλά. Κατεβάζουν στο φυλάκιο τον Μεταξωτό και ύστερα  απ αυτόν τον Τατάκη. Η απουσία του Μήτσου κράτησε τη βραδιά εκείνη αρκετή ώρα.

(μαρτυρία Γιάννη Παλαβού – κρατούμενου στη ΣΦΑ)

Κύλιση στην Αρχή